22 Αυγ 2008

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους,λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς,η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.

Στέκουνται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν.Το σημείωμα νά το,
σύντομο, απλό, βαθύ καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
"όλα τελείωσαν" ψυθιρίζουν "τώρα",
πως θ'αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.


Κ.Γ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

10 Αυγ 2008

Η ιστορία του 10χρονου αγοριού από την Επηχώ...

Ήταν περίπου 10-11 χρονών και έπαιζε στην πλατεία του χωριού ή στα χωράφια - ίσως να βοηθούσε τον πατέρα του να φροντίσει τα ζώα τους στη μάντρα ή να μάθαινε πώς να πολλαπλασιάσει 10Χ20... Ήταν ένα ευτυχισμένο παιδί, ξανθό με γαλάζια μάτια, ένα τυπικό Κυπριόπουλο που ζούσε στο χωριό... Ο μικρός Τουρκοκύπριος από την Επηχώ (Abohor - Cihangir) δεν ήξερε ότι όλη του η ζωή θα άλλαζε και θα έφευγε από την Κύπρο και δεν θα ήθελε να επιστρέψει ποτέ για να ζήσει εδώ... Διότι είχε μια "εμπειρία από πρώτο χέρι" από τον "πόλεμο" και αυτό του σημάδεψε τη ζωή...

Μου τηλεφωνεί το περασμένο Σάββατο:
"Σε παρακαλώ, ήρθα για μόνο δύο μέρες και πρέπει να σε δω... Θέλω να σου μιλήσω για το Παλαίκυθρο... Ζω στο εξωτερικό και είμαι τώρα 45 χρονών... Τότε ήμουν μόνο 10 χρονών..."
Έτσι συναντιόμαστε στην εφημερίδα... Και μου λέει την ιστορία του:
"Ήμουν μόνο 10 χρονών... Είχαμε φύγει από την Επηχώ και τον Ιούλιο του 1974 πήγαμε για να μείνουμε στα Κνώδαρα (Konedra - Khonadara). Εκείνη την περίοδο, κάποιοι Ελληνοκύπριοι λεηλάτησαν τα σπίτια μας στην Επηχώ. Έσπασαν κάποια έπιπλα και έκλεψαν κάποια πράγματα... Δεν ξέρω ποιοι ήταν αυτοί οι Ελληνοκύπριοι που ήρθαν να λεηλατήσουν αφότου φύγαμε από το χωριό... Έτσι κάποιοι από τους συγχωριανούς μας είχαν πάει να βρουν έπιπλα από ελληνοκυπριακά σπίτια στα γύρω χωριά. Μερικοί είχαν πάει στο Παλαίκυθρο... Ο πατέρας μου είχε πάει να φέρει σανό από την Τύμπου για τα ζώα ...


Αργότερα είχαμε ακούσει ότι εκείνη τη μέρα συνελήφθη ο πατέρας μου. Όσοι από το χωριό μας είχαν πάει να πάρουν κάτι από ελληνοκυπριακά σπίτια είχαν συλληφθεί. Είχαν πάει στο Παλαίκυθρο ή εκεί γύρω και όταν διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν αυτοί που έκαναν τη σφαγή στο Παλαίκυθρο, τους άφησαν ελεύθερους όλους, εκτός από 4 Τουρκοκύπριους. Τρεις από αυτούς ήταν από το χωριό μας και ένας από ένα άλλο χωριό... Τους αναγνώρισε το 12-13χρονο αγόρι που επέζησε από τη σφαγής στο Παλαίκυθρο... Τους συνέλαβαν και τους πήραν στη Μια Μηλιά για να τους δικάσουν αλλά αργότερα ακούσαμε ότι κάποια σημαίνοντα άτομα από το χωριό μας είπαν στους Τούρκους στρατιώτες που τους συνέλαβαν ότι "Και οι οικογένειές τους έχουν υποφέρει" - έτσι τους ελευθέρωσαν. Ο πατέρας μου που δεν είχε καμία σχέση με τη σφαγή είχε έρθει στο σπίτι αλλά δεν μιλούσε... Μέχρι σήμερα δεν μιλά. Όταν τον ρωτώ κάτι για τη μέρα εκείνη, αρχίζει να κλαίει και φεύγει μακριά.


Ως δεκάχρονο παιδί άρχισα να ακούω τους μεγάλους γύρω μου να μιλούν για το θέμα αυτό... Άκουα αυτό ή εκείνο στο σπίτι ή στο καφενείο. Μου πήρε χρόνια να μάθω τι πραγματικά συνέβη και καθώς μάθαινα λεπτομέρειες άρχισα να τρομάζω.


Οι μεγάλοι του χωριού μάς έστελναν να μαζέψουμε πράγματα - ή πηγαίναμε από μόνοι μας, σαν παιδιά, για να κοιτάξουμε στα άδεια σπίτια αφού είχαν φύγει οι Ελληνοκύπριοι... Μια φορά, θυμούμαι, είχα πάει σε ένα σπίτι στο Έξω Μετόχι (Duzova). Μια γριά γυναίκα καθόταν ακίνητη σε μια καρέκλα... Όταν την πλησίασα και πήγα να την αγγίξω έπεσε από την καρέκλα... Πρέπει να ήταν πεθαμένη... Δεν υπήρχε αίμα ή οτιδήποτε - η καρδιά της πρέπει να σταμάτησε και έμεινε έτσι στην καρέκλα... Όταν άνοιξα ένα ερμάρι σε εκείνο το σπίτι, υπήρχε ένας Ελληνοκύπριος στρατιώτης που κρυβόταν με το όπλο του... Είχε βάλει το όπλο στον κρόταφό μου και δεν κινήθηκα - ούτε και αυτός - για περίπου 20 λεπτά... Μείναμε παγωμένοι στο σπίτι εκείνο στο Έξω Μετόχι, αλλά δεν με σκότωσε. Με άφησε να φύγω...


Μια μέρα, θυμούμαι να φέρνουν έναν Ελληνοκύπριο στρατιώτη στην Επηχώ. Είχε τα χέρια του ψηλά. Είχε έρθει κοντά στο χωριό και ζήτησε νερό και μερικές γυναίκες από το χωριό του έδωσαν νερό για να πιει, οπότε τον ανακάλυψε ένας Τουρκοκύπριος στρατιώτης. Έτσι τον έφεραν στο κέντρο του χωριού, όπου είχαν φέρει μερικά έπιπλα από το Έξω Μετόχι. Σαν παιδιά που ήμασταν, παίζαμε εκεί... Στήθηκε ένα πρόχειρο δικαστήριο στο κέντρο του χωριού για να τον δικάσει. Του είχαν πει ότι "είχε πάρει όπλα για να πολεμήσει ενάντια σε Τούρκους και πυροβόλησε κατά Τούρκων και άρα είναι ένοχος". Και εκεί, μπροστά στα μάτια μας, τον εκτέλεσαν. Τον θυμούμαι να είναι ξαπλωμένος στο χώμα και ένας Τουρκοκύπριος να τον πυροβολεί. Αργότερα έσυραν το σώμα του από τα πόδια και του έβγαλαν τις μπότες και τις έριξαν προς εμάς:
"Παιδιά! Πάρτε τις μπότες! Πάρτε τες!"


Τώρα που είμαι 45 χρονών, συνειδητοποιώ ότι όλα αυτά στην περιοχή μας προκλήθηκαν από τον Τουρκοκύπριο διοικητή της περιοχής. Τον θυμούμαι να έρχεται με ένα τζιπ και να φωνάζει: "Αν κάποιος φέρει αιχμαλώτους, θα είμαι ο πρώτος που θα σκοτώσω αυτό το άτομο που έφερε αιχμαλώτους! Δεν θέλουμε αιχμαλώτους, καταλαβαίνετε;".


Έτσι είχε δώσει τη διαταγή να μην παίρνουν κανένα στρατιώτη ζωντανό... Ο άντρας αυτός ήταν από ένα γειτονικό χωριό - δεν είναι πλέον ζωντανός...


Θυμούμαι επίσης τη σφαγή στην περιοχή "Beyaz Kirach" κοντά στο χωριό. Εδώ είχαν πυροβολήσει κάποιους Ελληνοκύπριους στρατιώτες... Αργότερα τους είχαν θάψει εκεί σε κάτι σπηλιές. Ήταν αρχαίες σπηλιές, αλλά μετά από κάποιο καιρό, είχαν πάρει το χώμα από τις σπηλιές αυτές για να κτίσουν ένα εργοστάσιο... Όντας παιδιά είχαμε ακούσει ότι υπήρχαν οστά στο βάθος της οικοδομής και θυμούμαι να πηγαίνω εκεί με τους φίλους μου με τα ποδήλατά μας για να ψάξουμε για τα οστά...


Στο στρατόπεδο όπου κρατούνταν οι αιχμάλωτοι στη Βώνη υπήρχε ένας Τουρκοκύπριος τον οποίο λάτρευαν οι Ελληνοκύπριοι. Τον θυμούμαι καλά. Ήταν ο Alpay Topuz, ο άνθρωπος που σταμάτησε τους βιασμούς στο στρατόπεδο. Ο Alpay Topuz έφερνε γάλα για τα βρέφη και πήγαινε και έψαχνε στα σπίτια για να βρει παιγνίδια και να τα φέρει στα παιδιά των Ελληνοκυπρίων στο στρατόπεδο για να παίξουν... Δεκάχρονος εγώ, πήγαινα και προσπαθούσα να πάρω τα παιγνίδια αυτά από τα χέρια των Ελληνοκύπριων παιδιών... Τώρα κλαίω όταν σκέφτομαι τι είχα κάνει! Γιατί προσπαθούσα να τους πάρω τα παιγνίδια αυτά; Γιατί; Όμως ήμουν μόνο ένα παιδί... Μόνο τώρα συνειδητοποιώ ότι δεν έπρεπε να έπαιρνα τα παιγνίδια αυτά από τα παιδιά στο στρατόπεδο με τους αιχμαλώτους στη Βώνη..."


Κλαίει καθώς μιλά, τα γαλάζια του μάτια σταδιακά φουσκώνουν και κοκκινίζουν... Η καρδιά του είναι τόσο βαριά με τη θλίψη αυτών που συνέβηκαν το 1974, που ακόμα και να κλαίει για μέρες, αυτή η θλίψη δεν θα φύγει...
"Έχω ακόμα εφιάλτες" λέει, τρέμοντας από τη φρίκη αυτών των εμπειριών ... "Μόνο όταν υπάρξει ένα δικαστήριο για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι και μόνο όταν τους δικάσουν, μόνο τότε θα επιστρέψω στην Κύπρο. Διότι τώρα, νομίζω, η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καθόλου αξία σε αυτό το νησί..."

Sevgul Uludag

(Πηγή Εφημερίδα Πολίτης 10/08/2008)

2 Αυγ 2008

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

Οι νύχτες δεν γίνηκαν για το πλήθος.
Από τον γείτονα σου η νύχτα σε χωρίζει,
να τον ζητάς όμως δεν πρέπει.
Κι αν η νύχτα φως στην κάμαρά σου ανάψεις,
ανθρώπους καταπρόσωπο για να κοιτάξεις,
έτσι και ποιόν θα δείς, στοχάσου.

Παραμορφώθηκαν οι άνθρωποι τρομερά
από το φως που στάζει απ'τα πρόσωπά τους,
κι αν νύχτα όλοι τους μαζί βρεθούνε,
έναν κόσμο κλονισμένο αντικρύζεις
σ'άτακτο πυκνό μπουλούκι.
Στα μέτωπα τους χλωμή λάμψη
έχει εκτοπίσει κάθε σκέψη,
στα βλέμματά τους το κρασί αχνοτρέμει,
και στα χέρια τους κρέμεται η βαρεία
χειρονομία, που τους επιτρέπει
στις συνομιλίες να καταλαβαίνονται.
Και λέν ολοένα : εγώ κι εγώ,
κι εννοούν τον καθένα

Ρ.Μ.Ρίλκε

31 Ιουλ 2008

ΠΕΥΚΑ ΚΑΙ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ ΣΤΟ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ

Περισσότερα απο 100 πεύκα και κυπαρίσσια που βρίσκονταν κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λεμεσού καταστράφηκαν γιατί εμπόδιζαν διαφημιστικές πινακίδες της εταιρίας Super AD. Κατόπιν καταγγελίας του τμήματος Δασών ότι κάποια δέντρα βρέθηκαν τρυπημένα με ηλεκτρικό τριπανάκι σε διάφορα σημεία των κορμών τους η αστυνομία μετά απο έρευνα συνέλαβε δυο άτομα που απασχολούνται στην εν λόγο εταιρεία με την καταγγελία ότι σκόπιμα τρυπούσαν τα δέντρα με τριπανάκι και στη συνέχεια διοχέτευαν ζιζανιοχτόνο μέσα στο κορμό. Η εν λόγο εταιρεία υπέβαλε πρόσφατα αίτημα στο Τμήμα Δασών για να αποκοπούν κάποια δέντρα τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα προς τις διαφημιστικές πινακίδες. Μετά απο έρευνα που έγινε και στις αποθήκες τις εταιρείας βρέθηκαν αρκετές συσκευασίες ζιζανιοχτόνου. Οι δυο συλληφθέντες θα προσαχθούν ενώπιον της δικαιοσύνης.
Το πρόβλημα με τις πινακίδες στους Κυπριακούς δρόμους απασχολεί εδω και χρόνια την κοινή γνώμη. Θεωρούνται επικίνδυνες καθώς αποσπούν την προσοχή των οδηγών απο το δρόμο και αποτελούν οπτική ρύπανση καθότι ξεπροβάλλουν ανάμεσα απο τα δέντρα καταστρέφοντας την αισθητική του χώρου. Το Μαύρο Αίμα θεωρεί την απομάκρυνση των διαφημιστικών πινακίδων απο τους δρόμους αναγκαία για ένα πιο υγιές και καθαρό περιβάλλον. Είναι προσβολή για μια κοινωνία που θέλει να έχει περιβαλλοντική συνείδηση να επιτρέπει να κόβονται ή να καταστρέφονται με οποιοδήποτε τρόπο δέντρα.

28 Ιουλ 2008

ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η προώθηση της κουλτούρας της συμφιλίωσης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αποτελεί στόχο της κυπριακής κυβέρνησης για τη νέα σχολική χρονιά, δήλωσε ο υπουργός Παιδείας, μετά τη σημερινή συνεδρία του Συμβούλιου Παιδείας. Ανέφερε επίσης ότι τα βιβλία της Ιστορίας θα αλλάξουν σε διάστημα ενός χρόνου και σε αυτά θα προστεθούν τα γεγονότα των τελευταίων 50 χρόνων στην Κύπρο, ενώ μέχρι τότε οι μαθητές θα παρακολουθούν ειδικά σεμινάρια.

Η ανάπτυξη μέσα στο σχολείο ενός πνεύματος συμφιλίωσης με τους Τ/κ, ώστε η συμφιλίωση να συμβεί στις συνειδήσεις όλων των πολιτών, όλων των κοινοτήτων της Κύπρου, καθώς και η ανάπτυξη της καινοτομίας και τη δημιουργικότητας στην εκπαίδευση είναι οι δύο βασικοί στόχοι που έθεσε για την επόμενη σχολική χρονιά το Συμβούλιο Παιδείας το οποίο συνήλθε σήμερα υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια.

Ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Ανδρέας Δημητρίου ανέφερε ότι η επόμενη σχολική χρονιά έχει οριστεί ως έτος εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, κάτι που σημαίνει, είπε, ότι "θα μπούμε σε μια φάση κατά την οποία θα επιταχυνθεί πολύ ο ρυθμός με τον οποίο θα εκσυγχρονίσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα". Ο Υπουργός είπε ότι Επιτροπή που έχει ήδη οριστεί για τα αναλυτικά προγράμματα και τις διδακτικές μεθόδους, θα εργαστεί έτσι που στο τέλος του επόμενου σχολικού έτους να υπάρχει μια ολοκληρωμένη πρόταση για ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα ως προς τα αναλυτικά προγράμματα και τις μεθόδους διδασκαλίας.

Σε ερώτηση για το πώς θα επιτευχθεί ο στόχος της συμφιλίωσης των κοινοτήτων μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, ο Υπουργός ανέφερε ότι θα υπάρξουν δραστηριότητες κατά τις οποίες οι μαθητές θα ενημερωθούν για το τι σημαίνει να ζουν σε μια Κύπρο χωρίς το Κυπριακό λυμένο, έναντι του να ζουν σε μια Κύπρο όπου το Κυπριακό θα έχει λυθεί. Ανέφερε επίσης ότι θα υπάρξει εκσυγχρονισμός των βιβλίων της ιστορίας και ότι για κάτι τέτοιο αναμένεται ολοκληρωμένη πρόταση από μια επιτροπή η οποία θα συνεργαστεί με την κεντρική επιτροπή για τα αναλυτικά προγράμματα Στόχος ανέφερε ο Υπουργός είναι να εκσυγχρονιστεί η διδασκαλία της ιστορίας στην εκπαίδευση. Σε ερώτηση τι θα πρέπει να αλλάξει σε σχέση με την ιστορία, ο Υπουργός Παιδείας επεσήμανε ότι η κυπριακή ιστορία των τελευταίων 50 χρόνων δεν υπάρχει στα βιβλία της ιστορίας της Κύπρου. Σημείωσε ότι θα προστεθούν πράγματα και ότι τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν τη σύγχρονή ιστορία της Κύπρου. Σε ερώτηση αν τα παιδιά θα μάθουν ότι έγινε εισβολή, ο κ. Δημητρίου απάντησε καταφατικά και διερωτήθηκε γιατί να μην περιληφθεί κάτι τέτοιο. Ο υπουργός ρωτήθηκε τί θα μάθουν οι μαθητές από την ιστορία που θα βοηθήσει και που δεν μάθαιναν μέχρι τώρα και απάντησε ότι δεν μπορεί να προτρέξει της επιτροπής. Σημείωσε ότι ένα νέο βιβλίο ιστορίας θα είναι έτοιμο σε περισσότερο από ένα χρόνο και εξέφρασε την επιθυμία κάτι τέτοιο να έρθει μέσα από την επιτροπή ως πρόταση.
Για τη νέα σχολική χρονιά, ο κ. Δημητρίου είπε ότι θα γίνουν συνέδρια στα οποία θα λάβουν μέρος οι μαθητές και θα μιλήσουν ειδικοί οι οποίοι θα εκφράζουν τις διάφορες απόψεις. "Θέλουμε νεολαία ενημερωμένη και θέλουμε νεολαία η οποία να κατανοεί ότι στην Κύπρο ζουν κοινότητες διαφορετικές", συμπλήρωσε.

(Πηγή Εφημερίδα Πολίτης 28 Ιουλίου 2008)

25 Ιουλ 2008

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΙΟΥΛΙΟΥ

Απόγευμα Ιουλίου. Η ζέστη αφόρητη. Φτιάχνω καφέ. Ανάβω τον υπολογιστή και βάζω το "Angie" των Stones. Στρίβω ενα τσιγάρο και μένω να κοιτάζω το καπνό να ανεβαίνει στο ταβάνι και να διαχέεται στο χώρο. Το μυαλό μου αναλογίζεται τα λόγια ενός φίλου που γνώρισα ψές σε κάποιο μπαράκι. "Φίλε, κανένας δεν μιλάει σήμερα" και η φωνή του είχε μια δόση θλίψης μαζί με απόγνωση. "Όλοι τρέχουν να προλάβουν μια ζωή που δεν θα γνωρίσουν ποτέ στην πραγματικότητα. Αποξενωμένοι απο τον ίδιο τον εαυτό τους κάνουν συνεχώς σχέδια για το αύριο για αυτούς και τα παιδιά τους, ξεχνώντας ουσιαστικά το σήμερα. Το μυαλό τους καρφωμένο συνεχώς στα λεφτά και το βόλεμα. Ανίκανοι να ζήσουν αληθινές καθημερινές στιγμές ζούνε δανεικές ζωές. Κανείς δεν έρχεται να σου μιλήσει καθώς κάθεσαι μόνος σε κάποιο μπαράκι, στο λεωφορείο καθώς πηγαίνεις στη δουλειά, σε κάποιο πάρκο καθισμένος στο γρασίδι ανάμεσα σε δέντρα, σε κάποια καφετέρια διαβάζοντας την εφημερίδα σου. Δεν μιλάνε, δεν γνωρίζονται, δεν φτιάχνονται φιλίες, δεν φτιάχνονται σχέσεις, ανθρώπινες σχέσεις. Δεν υπάρχουν περιθώρια φίλε", μου λέει, "πρέπει να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Κανένας δεν μιλάει σήμερα". Κατέβασε ακόμα ένα ποτήρι με ουίσκι και με καληνύχτισε λέγοντας μου "θα τα ξαναπούμε".

18 Ιουλ 2008

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Όταν μπήκε στο δωμάτιο αυτή βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο γυμνή.
«Ξάπλωσε» και η φωνή της του φάνηκε απόμακρη, σκληρή, απελπισμένη. Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του δωματίου καθώς ξεκούμπωνε το παντελόνι του. Ήταν ένας χώρος που του θύμιζε τους μήνες που έζησε στη Πράγα. Έμενε τότε εκεί, κατόπιν μιας πρόσκλησης ενός φίλου και είχε περάσει τις μέρες του κοντά τρεις μήνες σένα μικρό δωμάτιο που αποτελούσε μέρος ενός συγκροτήματος δωματίων κτισμένων σύμφωνα με τα πρότυπα του καθεστώτος τότε, που οι άνθρωποι θεωρούμενοι σαν αντικείμενα στοιβαχτήκαν ο ένας πάνω στον άλλο κάνοντας το όνειρο εφιάλτη.
Τα δωμάτια ήταν σχεδόν τα ίδια. Ένας τετράγωνος χώρος μένα κρεβάτι στη μέση ακουμπημένο στο τοίχο απέναντι απ’τη πόρτα και ένα τετράγωνο ξύλινο τραπεζάκι στα δεξιά του κρεβατιού. Μια μικρή καρέκλα από ξύλο ήταν ακουμπημένη στο τοίχο δίπλα από τη πόρτα περιμένοντας κάποιον να καθίσει που ποτέ δεν εμφανιζόταν. Μια πόρτα με το ξύλο σαπισμένο από το χρόνο ξεχώριζε το χώρο της τουαλέτας από το υπόλοιπο δωμάτιο και ένα μικρό παράθυρο δίπλα από το χώρο της τουαλέτας ήταν το μόνο μέσο που είχες για να αναπνεύσεις λίγο «καθαρό» αέρα. Οι τοίχοι ξεφτισμένοι από το χρόνο με το αμυδρό κιτρινωπό φως από τη μοναδική λάμπα που υπήρχε στο δωμάτιο κρεμασμένη από τη μέση του ταβανιού συμπλήρωναν την αθλιότητα του χώρου.
Θυμήθηκε τότε τις πόρνες της Πράγας, που μέσα σε δωμάτια ολόιδια με αυτό που βρισκόταν πουλούσαν τον εαυτό τους και το κορμί τους σε τύπους που στη πραγματικότητα δεν αναζητούσαν τον έρωτα σαν ερωτική πράξη, αλλά στην ουσία προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τον εαυτό τους, την ίδια την καθημερινότητά τους. Στο πρόσωπο της έβλεπαν το περιθωριακό και το απαγορευμένο σαν έννοιες εντελώς συνηφασμένες με την καθημερινή τους ζωή όπου τα πλείστα ανθρώπινα συναισθήματα και οι βιολογικές φυσικές πράξεις κλειδώνονται πίσω από έννοιες της ηθικολογίας και της κοινωνικής συνοχής. Έτσι οι περισσότεροι βλέπουν την πόρνη σαν διέξοδο για τη δική τους προσωπική σαπίλα και κοινωνική αθλιότητα. Αυτή από τη μεριά της δεν βλέπει τον εαυτό της σαν πόρνη. Σαν κάτι το κοινωνικά απεχθές και εντελώς ξεκωμένο από τη κίνηση της κοινωνίας. Ξέρει ότι είναι αποτέλεσμα της οικονομικής διαμόρφωσης της κοινωνίας και ότι η επιλογής της δεν είναι δική της αλλά της κοινωνίας. Η κοινωνία την επέλεξε σαν πόρνη.
«Τελείωνε, σε μισή ώρα έχω πελάτη»
Η φωνή που πριν από λίγο του προξενούσε την αίσθηση μίας προσωπικότητας απελπισμένης ατέρμονα κινούμενης ανάμεσα σε μια ζωή που δεν ζήτησε ποτέ και στη σκληρή πραγματικότητα μίας κοινωνίας που η σήψη της δεν της επιτρέπει να δεθεί με κάποια άλλη προσωπικότητα που θα της έδινε έστω και μία πρόσκαιρη ανάπαυλα ανθρωπισμού και ευτυχίας, έδωσε την θέση της σένα αίσθημα οργής. Δεν ήταν τα λόγια της που του προξένησαν την οργή, ήταν η επίγνωση της κατάστασης στην οποία βρισκόταν αυτός και αυτή. Την κάλεσε κοντά του. Ξαπλωμένη δίπλα του, πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά της και έφερε το πρόσωπο της κοντά στο δικό του. Ένωσε τα χείλη του με τα δικά της και το χέρι του αφέθηκε να ταξιδεύει πάνω στο κορμί της, εξερευνώντας πότε τα στήθη της και πότε το αιδοίο της. Ακολούθησε και αυτή. Αφήνοντας το πέος του μέσα από το υγρό της στόμα με μία κίνηση της έφερε μπροστά του και σκύβοντας τη της το πέρασε ανάμεσα στα πόδια. Ένοιωσε τα συναισθήματα του να τον κατακλύζουν. Οργή, μίσος, χαρά όλα ανάκατα. Κοίταξε για λίγο τη λάμπα στο ταβάνι και μετά σωριάστηκε ανάσκελα στο κρεβάτι. Πήρε ένα τσιγάρο και το άναψε. Άναψε και αυτή ένα δεχόμενη την προσφορά του.
«Με λένε Ανδρέα», της είπε.
«Λίνα» αποκρίθηκε αυτή μονολεκτικά δίνοντας του να καταλάβει πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Ντύθηκε στα γρήγορα αφήνοντας το τσιγάρο στη μέση αφού ο επόμενος πελάτης θα ερχόταν σε λίγο. Άφησε τα χρήματα στο μικρό τραπεζάκι δίπλα από το κρεβάτι και άνοιξε τη πόρτα.
Κατεβαίνοντας τις σκάλες έφερε στο μυαλό του την εικόνα της Λίνας. Νεαρή γύρω στα 25, δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη αλλά είχε μια γοητεία μυστηριώδη. Ο τρόπος που στεκόταν δίπλα στο παράθυρο γυμνή όταν μπήκε, ο τρόπος με τον οποίο η φωνή της του δημιούργησε εκείνα όλα τα συναισθήματα, ο τρόπος με τον οποίο κάπνισε το τσιγάρο της, ο τρόπος με τον οποίο του έκανε τσιμπούκι. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή και του ήρθε η έντονη επιθυμία να γυρίσει πίσω, να ανέβει τις σκάλες, να χτυπήσει τη πόρτα και να της πει κατάματα
«Σ’αγαπώ». Άφησε πίσω του τα ισχνά φώτα του σοκακιού που βρισκόταν το δωμάτιο της Λίνας και κατευθύνθηκε προς τη μικρή πλατεία όπου βρισκόταν το διαμέρισμά του. Στάθηκε λίγο μπροστά στη πόρτα της πολυκατοικίας και έριξε ένα βλέμμα στο χώρο γύρο ελπίζοντας για κάτι που εκείνη τη στιγμή του ήταν φευγαλέο. Ίσως να αναζητούσε μια γυναικεία μορφή να τον πλησιάζει και να του λέει «Σε καταλαβαίνω. Σ’αγαπάω και εγώ». Κάθισε στα σκαλιά στη είσοδο της πολυκατοικίας. Οι σκέψεις του και τα συναισθήματά του τον έκαναν να νοιώσει μια τεράστια θλίψη. Άναψε ένα τσιγάρο και άρχισε να γελάει με τη ψυχή του.

15 Ιουλ 2008

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Στη γειτονιά που μεγάλωσα, απέναντι απο τα σπίτια μας ενα δασίλιο απο κυπαρίσια απλωνόταν κάτω απο ενα μικρό λόφο, μοναδικό απομεινάρι ίσως ενός μεγαλύτερου δάσους κάποιας άλλης εποχής. Ανάμεσα στα κυπαρίσια, ενα άγνωστο για μας τότε δέντρο (ήμασταν μικροί τότε), ξεπρόβαλλε ακριβώς στο κέντρο, και έτσι θεόρατο με τα κλαδιά του να χαϊδεύουν τις κορυφές των κυπαρισιών μας προκαλούσε να το γνωρίζουσε, να το αγγίξουμε, να το γευτούμε. Μην γνωρίζοντας τι δέντρο ήταν, αποφασίσαμε να το ονομάσουμε απλά "Το Δέντρο".
Μαζευόμασταν τα απογεύματα δίπλα απο το κορμό του και μέναμε εκεί με τις ώρες μέχρι που βράδιαζε. Γελάγαμε, τραγουδούσαμε, παίζαμε και κάποτε κατασκευάζαμε και μικρά σπιτάκια απο ξύλα που μαζεύαμε απο αναγειρόμενες οικοδομές και τα τοποθετούσαμε με εξαιρετική προσοχή ανάμεσα στα κλαδιά, ανησυχόντας μήπως τα τσακίσουμε. Κάποιες νύχτες που το νυχτερινο αεράκι έκανε τα φύλλα να θροΐζουν, εμάς αυτό το θρόϊσμα μας φαινόταν να ερχόταν απο κάπου μαγικά. Μας αποκάλυπτε κόσμους που φτιάχναμε στο μυαλό μας και όπου μας ταξίδευε το δέντρο. Ονειρευόμασταν ότι ταξιδεύαμε πάνω στο δέντρο και ότι ήμασταν εξερευνητές χαμένων κόσμων όπου περίμεναν υπομονετικά να ανακαλυφθούν.
Το δέντρο έγινε σιγά σιγά κομμάτι του εαυτού μας. Το ερωτευτήκαμε, το αγαπήσαμε. Εκεί δίπλα στο κορμό του δέντρου γνώρισα για πρώτη φορά τον έρωτα. Ήταν η Μαρία. Είχε έρθει ένα απόγευμα με κάποια άλλα παιδιά απο κάποια άλλη γειτονιά και την θυμάμαι να στέκεται εκεί δίπλα στο κορμό μένα κάτασπρο φορεματάκι και πλεξούδες στα πυρόξανθα μαλλιά της. Την φίλησα. Και αυτή έβαλε τα κλάματα και έφυγε τρέχοντας. Έγινα κατακκόκινος απο ντροπή. Χάραξα στο κορμό το αρχικό της Μ.
Ένα πρωΐ ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα απο κάποιο όνειρο. Ήμουνα λέει ξαπλωμένος ανάμεσα σε φύλλα πλάι στο κορμό του δέντρου και παρακολουθούσα τις ηλιακτίδες να τρεμοπαίζουν καθώς τα κλαδιά και τα φύλλα πάλλονταν κάτω απο τους ρυθμούς του αέρα, όταν ξαφνικά το δέντρο άρχισε να συρρικνώνεται, τα φύλλα να σκορπίζουν στον αέρα και εγώ με δάκρυα στα μάτια αγκαλιάζοντας τον κορμό να το παρακαλάω να μεγαλώσει και πάλι μέχρι που χάθηκε απο τα μάτια μου αφήνοντας μονάχα ένα σημάδι σκαμμένο χώμα εκεί που βρισκόταν. Η ανείπωτη αγωνία του ονείρου με ξύπνησε και αμέσως βρέθηκα έξω απο το σπίτι τρέχοντας προς το μέρος του μικρού λόφου. Κάτω απο το λόφο υπήρχαν μονάχα μπουλντόζες και φορτηγά. Το δασίλιο απο κυπαρίσια με Το Δέντρο να ξεπροβάλλει θεόρατο απο το κέντρο τους δεν υπήρχε πια. Έμεινα να κοιτάζω με δάκρυα στα μάτια το σκαμμενο χώρο κάτω απο το λόφο προσπαθώντας να ακούσω ένα μικρό θρόϊσμα απο φύλλα.
Χρόνια μετά όταν μεγάλωσα και επέστρεψα στις γειτονιές όπου έμενα μικρός προωθούμενος απο κάποια νοσταλγία επισκέφθηκα το χώρο όπου βρισκόταν ο μικρός λόφος και το δασίλιο. Ο μικρός λόφος έιχε χαθεί πια. Κάμποσα σπίτια είχαν κτιστεί και αρκετά μαγαζιά. Κάπου ανάμεσα όμως στα σπίτια εκεί που βρισκόταν το δασίλιο ένα δέντρο βρισκόταν στη μέση μιας μικρής πλατείας. Έμοιαζε ολόιδιο με το δικό μας δέντρο. Κοντοστάθηκα δίπλα του και μου φάνηκε πως ανάμεσα στις αφίσες και τις ταπέλλες που ήταν στερωμένες πάνω στο κορμό του είδα χαραγμένο ενά γράμμα. Το Μ.

13 Ιουλ 2008

ΩΣΤΟΣΟ

Ο δρόμος βουλιάζει τώρα ωσάν τη μύτη του συφλιάρη.
Ποτάμι η λαγνεία σα λιώνει στά σάλια.
Ως και το φύλλο συκής το απόβαλαν οι κήποι
και τεντώνουν τα κανιά τους καλά
στις σαιζλόνγκ του Ιούνη.

Ξεμυτίζω στης πλατείας τη χούνη,
το τσουρουφλισμένο φοράω καρτιέ
φενάκη στο κεφάλι μου κόκκινη.
Τα χάνει ο κοσμάκης: μέσ'απ'το στόμα μου
τσινώντας μου η κραυγή ξεπηδάει αμάσητη έξω.

Εμένα, ωστόσο, κανείς στο σκαμνί δεν θα με κάτσει,
σκυλί εμένα δεν θα βγεί να μ'αλυχτίσει, λέω.
Προφήτης εγω - κι οι άνθρωποι με άνθη
θα βγούνε στις στράτες
να βλογάν και να ραίνουν τα χνάρια μου.
Ω άνθρωποι -
ω μπουλούκι απο μύτες γνωστικές της απώλειας!
Ιδού εγώ - ο Ποιητής ο δικός σας!
Μυρίστε με!

Τρέμω - σαν τα κρασοπούλια -
τρέμω την τρομερή σας την ετυμηγορία!
Εμένα μόνο θ'αναρπάσουν
μες'απ'τα καιόμενα σπίτια οι πουτάνες,
μόνο εμένα θε να υψώσουνε στα χέρια τους σταυρό
για να με δείξουν στο Θεό
αποδεικνύοντας, έτσι, ενώπιόν Του,
την αθωότητά τους.

Σκυμμένος ο καλός Θεός
θα κλαίει μετά στις σελίδες μου πάνω!
Όχι λέξεις, οχι λέξεις-σπασμοί που σου κάθονται
στο λαρύγγι να σε πνίξουν, οχι! Λέω
θα κλαίει ο Θεούλης ο καλός
κι όλο στους ουρανούς θα βολοδέρνει
με τους δικούς μου στίχους
διπλωμένους προχείρως υπό μάλης
για να κοντοστέκεται όπου βρεί
και μ'αγκομαχητό βαρύ και δύσπνοια
να τους διαβάζει στούς φίλους του εκεί πάνω
και στους γνωστούς του όλους.

Το ποίημα προέρχεται απο τη ποιητική συλλογή του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκη "Φυσώντας των σπονδύλων μου το Φλάουτο"

5 Ιουλ 2008

ΑΠΟΨΗ

Πιστεύεται ότι η επιβολή αυστηρότερων ποινών θα λύσει το πρόβλημα της διακίνησης ναρκωτικών;

Η ερώτηση έχει τεθεί απο Κυπριακή εφημερίδα στην ιστοσελίδα της. Καθότι είναι ένα θέμα με αρκετές περιπλοκές και αντικρουόμενων απόψεων το Μαύρο Αίμα αποφάσισε να κάνει μια παρέμβαση και να εκφράσει την άποψη του.
Η διακίνηση ναρκωτικών και κατεπέκταση η χρήση τους δεν είναι πρόβλημα επιβολής αυστηρότερων ποινών αλλά είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα. Η επιβολή οποιασδήποτε μορφής ποινών δεν θα λύση το πρόβλημα απλούστατα θα το διαιωνίση. Κατεπέκταση το θέμα δεν πρέπει να εξεταστεί σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο ανεξάρτητο απο την ίδια την κοινωνία αλλά σαν ένα πρόβλημα που προέρχεται άμεσα απο την ίδια τη διαμόρφωση της κοινωνίας. Μέσα σε μια κοινωνία όπου η προσωπική ελευθερία των νέων κατακρεουργείται απο κάθε λόγης καταπιέσεις είτε αυτές είναι κρατικές, θρησκευτικές, οικογενειακές, στρατιωτικές και άλλες, βλέπουμε τους νέους να καταφεύγουν σε πράξεις όπου η χρήση διαφόρων ουσιών είναι ένας τρόπος να ξεφύγουν απο ένα κόσμο που τους στερεί το δικαίωμα της δικής τους προσωπικής ελεύθερης ύπαρξης. Σε μια κοινωνία όπου οι νέοι μεγαλώνουν ελεύθερα, αποκτώντας κριτική άποψη, εξωτερικεύοντας τον ίδιο τον εαυτό τους μέσα απο τον ερωτισμό, τα όνειρά τους, την ίδια την υπόστασή τους είναι αρκετά δύσκολο να καταφύγουν σε χρήσεις ουσιών όπως το βλέπουμε σήμερα. Ελεύθερες κοινωνίες, με ελεύθερα σκεπτόμενους νέους περιθωριοποιούν τέτοια φαινόμενα και τελικά τα εξαλείφουν.
Σαν αποτέλεσμα αυτής της σκέψης το πρόβλημα δεν θα λυθεί με ποινές ή ότι άλλο σχετικό. Το πρόβλημα θα λυθεί με μία εκ βαθέων αλλαγή του τρόπου που λειτουργεί η κοινωνία, αντιμετωπίζοντας αυτούς τους ανθρώπους με την αγάπη που τους αξίζει και όχι με περιθωριοποίηση και φυλάκισή τους.