13 Σεπ 2008

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Η Ιφιγένεια γεννήθηκε.
Οι γονείς της και οι συγγενείς της την χαρακτήρισαν όμορφο μωρό. Οι γονείς πάντα χαρακτηρίζουν τα μωρά τους όμορφα. Στην εκκλησία ο ιερέας την βουτάει σένα απελπιστικά κρύο νερό, εξορκίζοντας κάποιο προπατορικό αμάρτημα, που υπάρχει μόνο στη διεστραμμένη φαντασία του ιερέα και των γονιών της. Η Ιφιγένεια βάζει τα κλάματα. Η φυσική αντίδραση του οργανισμού στο κρύο εκλαμβάνεται ως θείο σημάδι και η Ιφιγένεια τσιρίζει διότι το κακό την εγκαταλείπει.
Τα χρόνια περνάνε στο σπίτι. Οι γονείς της της προσφέρουν προστασία. Τα κλάματα, το πρωί, το μεσημέρι, το βράδυ τους κρατούν σε εγρήγορση. Η εξωτερίκευση του ψυχισμού του μωρού, αντιμετωπίζεται με τροφή και νερό. Κλαίει άρα πεινάει. Κλαίει άρα διψάει. Τίποτα περισσότερο. Η αρχή έγινε.
Η Ιφιγένεια έκλεισε τα έξι.
Εγκαταλείποντας την καθημερινότητα του σπιτιού της, βρίσκει τον εαυτό της περιτριγυρισμένο από άλλα παιδιά της ηλικίας της και μεγαλύτερα, συγκεντρωμένα όλα σένα τεράστιο χώρο που ονομάζεται σχολείο. Οι πρώτες μέρες πέρασαν με παιχνίδι. Γνώρισε πολλά παιδιά, με κάποια έγινε φίλη. Οι δάσκαλοι της τις πρώτες μέρες έδειχναν ανοχή. Όταν όμως πέρασαν ακόμα λίγες μέρες τα πράγματα άλλαξαν. Καθισμένη πάνω σε μία μικρή καρέκλα, πίσω από ένα μικρό θρανίο, μέσα σε μία τετράγωνη αίθουσα άκουγε από τα στόματα των δασκάλων της : «Όχι», «μην αντιμιλάς», «κάθισε φρόνιμα», «μην μιλάς», «μην ΠΑΙΖΕΙΣ». Είχε ξανακούσει αυτά τα λόγια στο σπίτι, αλλά αυτή τη φορά της φάνταζαν πιο σκληρά. Σαν να την εκδικούνταν για κάτι που ενώ ένοιωθε χαρά όταν το έκανε της το απαγόρευαν.
Την ίδια περίοδο άρχισαν και οι εβδομαδιαίες επισκέψεις στην εκκλησία. Έπρεπε να παρουσιάζεται κάθε Κυριακή σένα μεγάλο κτίριο μένα σχήμα από πάνω, και να περιμένει με τις ώρες να πιει ένα υγρό από ένα κύπελλο που τις έφερνε αηδία, και να φιλάει
κάτι ζωγραφιές με πρόσωπα που της ήταν άγνωστα. Κάποια απογεύματα μαζεύονταν αυτή και άλλα κορίτσια στο ίδιο κτίριο με το σχήμα από πάνω και άκουγαν κάποια να τους λέει με πάθος ότι το τάδε «είναι κακό», το τάδε «είναι αμαρτία», «να ακούτε τους γονείς σας», «μην παίζεται με αγόρια». Η τελευταία πρόταση πάντα της έφερνε κλάματα. Γιατί της άρεσε να βρίσκεται κοντά σε αγόρια. Να παίζει μαζί τους.
Η Ιφιγένεια έκλεισε τα δέκα.
Η στριγκλιά και η σφαλιάρα ήρθαν από το πουθενά. «Αλητάκια. Ο θεός να σας κάψει.
Γρήγορα στο διευθυντή». Η Ιφιγένεια κατακόκκινη από ντροπή και θυμό έβαλε τα κλάματα. Το λάθος της ήταν να κρυφτεί μένα συμμαθητή της πίσω από κάτι δέντρα στη αυλή του σχολείου, να κατεβάσουν τα βρακιά τους και να εξετάζει ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου και να γελάνε. Η δασκάλα που τους είδε καθότι σεξουαλικά και πνευματικά ανεπαρκής και επιφορτισμένη να τηρά την τάξη και ασφάλεια στο σχολείο και να διαπαιδαγωγά τα παιδιά με μίαν σιδηράν ηθική έστειλε τα παιδιά στο διάολο.
Το συμβάν είχε μεγάλη επίδραση στην Ιφιγένεια. Ένοιωσε ξαφνικά ντροπή και φόβο για το σώμα της. Οι επισκέψεις στην εκκλησία πολλαπλασιάστηκαν. Ο ιερέας και οι γονείς της βάλθηκαν να της διδάξουν το καλό και το σωστό. Οι σχέσεις με αγόρια της ηλικίας της απαγορεύτηκαν. Οι φίλες της λιγόστεψαν. Η περιέργεια της για το σώμα της και τα σώματα των φίλων της και η ανάγκη της για παιχνίδι αντικαταστάθηκαν από τις έννοιες αμαρτία και φρονιμάδα.
Η Ιφιγένεια έκλεισε τα δεκατρία.
Η κόκκινη κηλίδα στο σεντόνι την τρομοκράτησε. Ανίκανη να καταλάβει το σώμα της, κρύφτηκε στη σιωπή της. Η μητέρα της ανήμπορη να την βοηθήσει καθότι η ηθική απαγορεύει τη συζήτηση για γενετήσια θέματα και θέματα της ανθρώπινης φυσιολογίας αρκέστηκε στο απλοϊκό «το πέρασα και εγώ όταν ήμουν μικρή». Στο σχολείο δεν μίλαγε πλέον. Οι δάσκαλοι την χαρακτήριζαν ήσυχο παιδί και φρόνιμο. Η Ιφιγένεια όμως μέσα της έκαιγε. Είχε την έντονη επιθυμία να μιλήσει, να βγει από τη τάξη και να τρέξει στο δρόμο, να έρθει σε επαφή με τους συμμαθητές της, να παίξει μαζί τους. Της ερχόταν στην μνήμη η σφαλιάρα της δασκάλας, ο ιερέας της εκκλησίας, η παθιασμένη θεούσα στο κατηχητικό, οι γονείς της, οι φοβέρες των δασκάλων της και η επιθυμία γινόταν τρόμος, φόβος, καταπίεση. Διάβαζε μεν ακολουθώντας τις προσταγές των γονιών της και των δασκάλων της αλλά η σκέψη της ήταν μακριά από το σχολείο και το σπίτι. Η μελαγχολία του σχολείου, μετατρεπόταν σε θλίψη στο σπίτι και σε απέραντη μοναξιά στην εκκλησία. Κάποιες νύχτες στο κρεβάτι έβρισκε τον εαυτό της να προσπαθεί απελπισμένα να ανακαλύψει το σώμα της και τον εαυτό της. Το χέρι της όμως δεν έφτανε ποτέ στο προορισμό του. Θυμόταν την νύχτα όπου ο πατέρας της ακούγοντας τις φωνές της μητέρας της, άφησε σημάδια στα τρυφερά και ροδοκόκκινα μάγουλα της. Ο λόγος. Πιάστηκε στο κρεβάτι με το δεξί χέρι ανάμεσα στα πόδια.
Η Ιφιγένεια έκλεισε τα δεκαεφτά.
Γνώρισε κάποιον στο σχολείο. Στο πρόσωπό του συμμαθητή της βρήκε διέξοδο. Σε περιπτώσεις όπως η Ιφιγένεια που αποτελούν την πλειοψηφία στην κοινωνία μας, η εσωτερική καταπίεση της από τις αλλεπάλληλες απαγορεύσεις των φυσικών της αναγκών και ο εξευτελισμός της προσωπικής της αξιοπρέπειας από αυτούς που βάλθηκαν να την διαπαιδαγωγήσουν οδηγούν σε έλξεις που επιφανειακά φαίνονται σαν νεανικός έρωτας αλλά στη πραγματικότητα αποτελεί αρρωστημένη εξωτερίκευση του εσωτερικού κόσμου του εφήβου.
Οι μήνες πέρασαν. Το παρκάκι δίπλα στο σχολείο έγινε το καταφύγιό τους. Λίγα φιλιά, λίγα χάδια και σπίτι. Η Ιφιγένεια ένοιωθε για πρώτη φορά μετά από χρόνια χαρά, ευτυχία. Οι γονείς της δεν άργησαν να το μάθουν. Το παρκάκι βρισκόταν δίπλα στο σχολείο και οι δάσκαλοι εκτός από την εκπαιδευτική τους αποστολή είναι επιφορτισμένοι με την υψίστης σημασίας για την κοινωνία ηθική διαπαιδαγώγηση των νέων και τυχόν παραστρατήματα πρέπει να διορθώνονται. Οι ερωτήσεις έπεσαν βροχή. «Ποιος είναι ο νεαρός;», «ποια είναι η οικογένεια του;», «είναι καλό παιδί;», «κάνατε τίποτα κακό;». Της απαγόρευσαν να τον βλέπει. Διορίστηκε από το σχολείο κάποιος δάσκαλος ο οποίος θα διασφάλιζε το θέλημα των γονιών της. Η Ιφιγένεια κλείστηκε ξανά στον εαυτό της και τη σιωπή της. Η σχολική χρονιά τελείωσε. Οι γονείς της αποφάσισαν να την στείλουν σε κάποιο κολλέγιο να γίνει δασκάλα. Η Ιφιγένεια τα είχε χαμένα. Η ζωή της μια απέραντη θλίψη. Ούτε χαρά, ούτε όνειρα, τίποτα.
Η είδηση έπεσε σαν βόμβα. Την Κυριακή θα έρχονταν σπίτι τους κάποιοι οικογενειακοί τους φίλοι και θα έφερναν μαζί τους τον γιό τους για να τον γνωρίσουν στην Ιφιγένεια. Η απόφαση είχε ληφθεί. Η Ιφιγένεια θα αρραβωνιαζόταν με κάποιο που δεν γνώρισε, με κάποιο που δεν αγάπησε. Οι γονείς της θέλοντας να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους από τυχόν παραστρατήματα της Ιφιγένειας αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Η Κυριακή έφτασε. Το κτύπημα του κουδουνιού βρήκε την Ιφιγένεια στη κουζίνα. Άφησε το ποτήρι που κρατούσε πάνω στο τραπέζι και προχώρησε στην πόρτα. Άνοιξε. Μπροστά της ένας νεαρός κρατώντας ανθοδέσμη, καλυμμένος μένα μαύρο κουστούμι, άσπρο πουκάμισο και μαύρη γραβάτα και πίσω του οι γονείς του. Το όλο σκηνικό της έφερε αηδία. «Περάστε» και ο νεαρός της έδωσε την ανθοδέσμη αυξάνοντας την αηδία της Ιφιγένειας. Τους οδήγησε στο σαλόνι όπου οι γονείς της ήδη βρίσκονταν εκεί καθισμένοι σένα τραπέζι έτοιμο να κοπεί στη μέση από το βάρος των φαγητών και των ποτών που βρίσκονταν τοποθετημένα πάνω του.
Η Ιφιγένεια κατευθύνθηκε τότε προς το δωμάτιο της. Έβγαλε το φουστάνι που της επέλεξε η μητέρα της για την περίσταση της ημέρας και έμεινε γυμνή. Πήρε κάποια βιβλία του σχολείου τα έσκισε και τα πέταξε στο πάτωμα. Άνοιξε το συρτάρι του γραφείου της και έβγαλε τον χαρτοκόπτη. Έφτιαξε τα μαλλιά της, έριξε μια τελευταία ματιά στο σώμα της στο καθρέφτη και με μία κίνηση πέρασε τον χαρτοκόπτη πάνω από τον καρπό του αριστερού της χεριού. Κάνοντας το ίδιο και με το δεξί της καρπό ξάπλωσε στο πάτωμα. Κοίταξε για λίγο το αίμα να κυλάει από τα χέρια της και να καταλήγει στο πάτωμα. Μετά από λίγο έκλεισε τα μάτια.
Η Ιφιγένεια αυτοκτόνησε.

4 σχόλια:

Νεράιδα της βροχής είπε...

σε μια κοινωνία που η ηθική είναι λέξη που ο καθένας μπορεί να την κάνει ότι θέλει, οι επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει και πάλι είναι άνευ ευθυνών απ' αυτούς που τις έχουν προκαλέσει. ο καθένας απαλάσσει τον εαυτό του, κρίνοντας πάντα τον άλλο ως αδύναμο ή ανώριμο...

υπάρχουν ιφιγένειες χωρίς τις στάλες του κόκκινου σαν σφραγίδα εξωτερική. στάζουν όμως μέσα τους καθημερινά...

φιλιά βρόχινα...

jacki είπε...

Τα χέρια της Ιφιγένειας τα όπλισαν οι γονείς της. Και είναι κρίμα να πράττουμε πάντα σκεφτόμενοι τι θα πει ο κόσμος; Και η υποκρισία του κόσμου που θα κρίνει την Ιφιγένεια μη βλέποντας το δικό του χάλι ο καθένας..
Άδικο..και είναι ολοδικό τους.
Καλησπέρα. Με συγκίνησε και με εξόργισε η ιστορία.

Helga είπε...

αντι να απλοποιησει τη ζωη της ,της δινει τελος, θεοποιωντας ουσιαστικα-ολα αυτα που τα δεχοταν ως "παρων". Και εχασε και το παρων και την εσωστρεφεια. Τι καταλαβε. Κακως ποσταρες για δαυτην φιλε μου.

ΝΑΪΑΔΑ είπε...

μια ιφιγενεια που δεν αντεξε μια ζωη που δεν διαλεξε...
μια ιφιγενεια που σε καθε ομορφια της εδειχναν την ασχημια...
μια ιφιγενεια που καθε καλο της το μετετρεπαν σε κακο...
μια ιφιγενεια που δεν ηξερε πως υπαρχει και φως αφου μονο το σκοταδι της εμαθαν...
τι εφταιξε κι αυτη η ιφιγενεια και καθε ιφιγενεια που ματωνει καθημερινα χωρις να ξερει που ειναι η πληγη της να την περιποιηθει λιγο...
καλως σε βρηκα!
μια νεραιδενια καλησπερα απο μενα!